Αρχική » » Καταγραφή διηγήσεων Λήσταρχος Γιαγκούλας

Καταγραφή διηγήσεων Λήσταρχος Γιαγκούλας

Ο Λήσταρχος Γιαγκούλας. Καταγραφή διηγήσεων απο τη Judith König κατα τη διάρκεια της Δουλειάς της στη Διεθνή Υπηρεσία Πολιτών και στη Χριστιανική Οργάνωση για την Ειρήνη.

«Εδώ είναι!» λέει ο Γιώργος ο οποίος αφού πήρε με δόσεις τη μικρή φωτογραφική μηχανή, κάνει σαν επαγγελματίας φωτογράφος και κρατάει μπροστά στο Μήτσο, το χοντρό αστυνόμο, μια φωτογραφία.

Αρχίζει να με τρώει κι εμένα η περιέργεια και πλησιάζω να ρίξω μια ματιά στη φωτογραφία. Στη φωτογραφία είναι ένας νεαρός άνδρας με στολή των Ευζώνων. Στα πόδια του φοράει τσαρούχια με μαύρες φούντες, ακόμη μόνο τα μαλλιά και το μουστάκι του είναι μαύρο ενώ όλα τ' άλλα άσπρα: η κοντή άσπρη φουστανέλα η άσπρη μπλούζα που στη μέση έχει μια φαρδιά κεντημένη ζώνη. Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα ντουφέκι και από το ύφος και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του καταλα­βαίνει κανείς ότι ξέρει μ' αυτό και να σημαδεύει. «Εδώ μέσα είχε τα χρήματα», εξηγούσε ο Γιώργος τώρα και έδειχνε τις κορδέλες που φορούσε κάτω από τα γόνατα.

«Δύο δραχμές» εξηγούσε στο Μήτσο, «αν θέλεις να αγοράσεις μια φωτογραφία του Γιαγκούλα».

«Ποιος είναι ο Γιαγκούλας;» ρώτησα εγώ που από περιέργια είχα πλησιάσει αρκετά.

«Δεν άκουσες ποτέ γι' αυτόν το ληστή;» με ρώτησε ο Μήτσος και με κοίταζε κάπως περίλυπα κάτω από το πηλίκιό του.
Όχι, ζει ακόμη;» «Το κεφάλι του βρίσκεται στο Μουσείο στην Αθήνα».

Ο Μήτσος δίνει δύο δραχμές στο Γιώργο και παίρνει τη φωτογραφία.

«Πού βρήκες τη φωτογραφία;» ρωτάω το φωτογράφο. «Την τράβηξα από μια παλιά φωτογραφία που έχει ο αδερφό; του Γιαγκούλα. Ζει στο Πολΰραχο, θα αγοράσεις μία;»

Μερικές μέρες αργότερα, καθόμαστε με την Αγγελική στο κε'ντρο στο Πολύραχο. Τα νοικιασμένα μας άλογα τα δέσαμε στην αυλή και πήγαμε να καθήσουμε στο καφενείο. Έκανε κρύο και μαζευτήκαμε όλοι γύρω από τη σόμπα. Πίνοντας τούρκικον καφέ, ακούγαμε το γέρο να μας διηγείται. Ο Κωνσταντίνος, ο αδελφός του Γιαγκούλα μας αφηγούνταν από τη ζωή του αδελφού του, του Φώτη. Με την πρώτη ματιά ο ψηλός ασπρομάλλης γέρος μέσα στη σκούρα υφαντή φορεσιά του δεν είχε κα­μιά ομοιότητα με το νεαρό ληστή της φωτογραφίας. Άν παρατηρούσε όμως κανείς το πρόσωπο του, θα έβρισκε σ' αυτό πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Στο χέρι του κρα­τούσε ένα ξυλόγλυπτο μπαστούνι, που ήταν στολισμένο με ένα φίδι που κατασπαράζει ένα απροστάτευτο περι στέρι.

«Νομίζω ότι ο αδελφός μου ο Φώτης, γεννήθηκε 1900. Εγώ ήμουν έξι χρόνια μεγαλύτερος και γεννήθηκα περίπου το 1894. Στην ηλικία των δεκαέξι χρόνων ξεκίνησε τη ζωή του ληστή.

Ήταν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μια περίοδο που έκλεβαν συχνά πρόβατα, κι, γαϊδουριά και άλογα. Εάν πιανόταν οι κλέφτες έπρεπε να πληρώσουν μεγάλη ποινή. Πιο σκληρός ο νόμος όταν έκλεβαν άλογα. Μεγαλώσαμε στο Μεταξά στη γειτονιά μας όμως έμεναν μερικοί άνθρωποι που δε βλέπανε με καλό μάτι την οικογένεια μας.

Όταν λοιπόν, χάθηκαν δυο άλογα από τη βοσκή, ορι­σμένοι απ' αυτούς κατηγόρησαν στο δικαστήριο τον α­δελφό μου ότι τα είχε κλέψει. Έτσι θέλανε να ντροπιά­σουν την οικογένεια μας.

Ήξερα καλά το Φώτη και ήξερα ότι δεν το είχε κάνει αυτός. Παρ' όλα αυτά τον πιάσανε και τον οδήγησαν στη Λάρισα. Τέσσερις μήνες έμεινε εκεί στη φυλακή και τότε με ειδοποίησε η αστυνομία για 1.000 δραχμές μπορού­σα να τον βγάλω μέχρι να γίνει το δικαστήριο. Αμέσως πήγα με τα χρήματα και τον έβγαλα από τη φυλακή. Αλλά ο Φώτης δεν ήθελε να ξαναγυρίσει μαζί μου στο Μεταξά φοβόταν μήπως τον καταδικάσουν, ενώ ήταν α­θώος και έτσι άρχισε η περιπλάνηση του». «Πότε σκότωσε τον πρώτο άνθρωπο;» «Περίπου ένα χρόνο μετά τη φυγή του. Ζούσα τοπ στο Πολύραχο, γιατί το κορίτσι που είχα σ' αυτό το διάστημα παντρευτεί, είχε εκεί σπίτι.

Σελίδες: 1 2 3 4